σίγνον

τὸ, ΜΑ
ανδριάντας, άγαλμα
μσν.
(στο Βυζάντιο) η σημαία τών εξκουβιτώρων, τού σώματος τής φρουράς τού εσωτερικού τών βυζαντινών ανακτόρων
αρχ.
ο τόπος στρατοπέδου στον οποίο τοποθετούσαν σημαίες και ο οποίος χρησίμευε και ως αποθήκη ή φυλακή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. signum «άγαλμα, σήμα, σημαία»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σίγνον — signum neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίγνα — σίγνον signum neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίγνοις — σίγνον signum neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίγνου — σίγνον signum neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίγνων — σίγνον signum neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίγνῳ — σίγνον signum neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • BAND — Persis fascia est, ex Graeco Βάνδον postremi Imperii, quod a Latino factum Pandum, παραπέτασμα. Unde Bandum, pro vexillo. Glossae, Bandon, σίγνον, vide infra. Et Franco celtae Bandam pro fascia hodieque dicunt, ac bandare, pro fasciare: quod a… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • σιγνοφόρος — ὁ, Μ (για ιερείς επαίτες) εικονοφόρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < σίγνον «σημαία» + φόρος*] …   Dictionary of Greek

  • σιγνοφύλαξ — ακος, ὁ, Μ φύλακας τής σημαίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < σίγνον «σήμα, ποίκιλμα» + φύλαξ (πρβλ. σκευο φύλαξ)] …   Dictionary of Greek

  • σιγνόχριστον — τὸ, Μ σταυρός στο αέτωμα οικήματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < σίγνον «σήμα, σημαία» + Χριστός] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.